Χίλσμπορο: 30 χρόνια μετά την ποδοσφαιρική τραγωδία με τους 96 νεκρούς

Οι 96 νεκροί που δεν θα ξεχαστούν ποτέ, το «You Will Never Walk Alone» που θα ακούγεται για πάντα όπου και αν παίζει η Λίβερπουλ και η δικαίωση των οικογενειών των θυμάτων 27 χρόνια μετά.

Η 5η Απριλίου του 1989 ήταν μία ανοιξιάτικη ηλιόλουστη μέρα και τίποτε δεν προμήνυε ότι θα έμενε για πάντα χαραγμένη στη μνήμη των απανταχού ποδοσφαιρόφιλων του πλανήτη.

Στις 15:00 το μεσημέρι η Λίβερπουλ αγωνιζόταν εναντίον της Νότιγχαμ Φόρεστ στα πλαίσια του ημιτελικού Κυπέλλου Αγγλίας, στο Χίλσμπορο του Σέφιλντ.

Από πολύ νωρίς το γήπεδο άρχισε να γεμίζει από φιλάθλους και των δύο ομάδων οι οποίοι περίμεναν με έκδηλη ανυπομονησία να ξεκινήσει ο αγώνας. Τα συνθήματα δονούσαν τον αέρα, την ώρα που ο θάνατος παραμόνευε στη γωνία…

2

Η ώρα της σέντρας πλησίαζε και μερικοί φίλαθλοι θέλοντας να μην χάσουν ούτε λεπτό προσπαθούσαν να «εισβάλλουν» από λάθος εισόδους παρά το γεγονός ότι είχαν εισιτήρια για άλλες θύρες. Μάλιστα πέντε λεπτά πριν τη σέντρα περίπου 5.000 άνθρωποι ήταν συνωστισμένοι έξω από το γήπεδο. Τότε η αστυνομία για λόγους ασφαλείας ζητεί να καθυστερήσει η έναρξη του αγώνα. Το συγκεκριμένο αίτημα πέφτει στο κενό, και έτσι αποφασίζεται να ανοίξουν τρεις πύλες για να μην υπάρξουν τραυματισμοί. Η αρχή του…εφιάλτη είχε ξεκινήσει.

Μαζί με αυτούς που είχαν εισιτήρια άρχισαν να μπαίνουν στο γήπεδο υπεράριθμοι τους οποίους δεν μπορούσε κανείς να ελέγξει. Οι φίλαθλοι που μπαίνουν με ορμή στις κερκίδες ασκούν πίεση στους μπροστινούς σπρώχνοντάς τους προς τα κάγκελα. Το κακό έχει γίνει και η αστυνομία συνειδητοποιεί το «έγκλημα» που έχει κάνει. Το παιχνίδι ωστόσο έχει ξεκινήσει και ενώ το ρολόι έδειχνε 15:06 ο διαιτητής σφυρίζει τη διακοπή του. Την ίδια ώρα 94 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους, τραυματίζονται 766, ένας ακόμα φίλαθλος πεθαίνει λίγο αργότερα στο νοσοκομείο και τέσσερα χρόνια μετά ο κατάλογος μεγαλώνει καθώς άλλος ένας φίλαθλος πεθαίνει, έχοντας μείνει σε κώμα.

3

H συγκλονιστική μαρτυρία του Κένι Νταλγκλίς (Aπόσπασμα από τη βιβλιογραφία του)

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ, μα ποτέ την 15η Απριλίου του 1989. Δεν μπορώ ούτε καν να σκέφτομαι το όνομα Χίλσμπορο και να μην μου έρχονται στο μυαλό αυτές οι τραγικές εικόνες. Μου ήταν δύσκολο να γράψω για το Χίλσμπορο, για τα τραγικά λάθη των αρχών, τόσο των αστυνομικών αλλά και ποδοσφαιρικών, που είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο 96 οπαδών μας. Οι μνήμες θα είναι εκεί και το υπόλοιπο της ζωής μου. Λίγα χρόνια αργότερα και αφού είχα φύγει από την Λίβερπουλ, μου έγινε πρόταση για να αναλάβω την Σέφιλντ Γιουνάιτεντ αλλά αρνήθηκα για τα όσα έγιναν τότε στο γήπεδο της. Αυτός που μου πρόσφερε την δουλειά μου είπε: «Δεν το σκέφτηκα αυτό». Μου ήταν δύσκολο να ξαναβρεθώ σε εκείνο το γήπεδο, πόσο μάλιστα για να δουλέψω σαν προπονητής.

Την προηγούμενη χρονιά, η Λίβερπουλ έπαιξε στο ίδιο γήπεδο για τα ημιτελικά του FA Cup και πάλι με την Νότιγχαμ Φόρεστ και δεν συνέβηκε το παραμικρό. Οι οπαδοί πήγαιναν οργανωμένα και συνοδευόμενοι από αστυνομικούς στο γήπεδο και ήταν υποχρεωμένοι να δείξουν το εισιτήριο τους 500 γιάρδες μακριά από την είσοδο. Αυτό δεν έγινε στις 15 Απριλίου του 1989. Αν επαναλαμβάνονταν τα ίδια μέτρα ασφαλείας, τότε αυτοί οι 96 οπαδοί ίσως να ήταν ζωντανοί σήμερα και δεν θα υπήρχαν συγγενείς στο Mέρσεϊσαϊντ που θα ζούσαν με την ανάμνηση των αγαπημένων τους… Βγήκαμε στον αγωνιστικό χώρο, οι παίχτες έκαναν το καθιερωμένο ζέσταμα και εγώ κάθισα στον πάγκο και περίμενα την έναρξη του παιχνιδιού. Δεν αντιλήφθηκα κανένα πρόβλημα. Ξαφνικά, ένας αστυνομικός έτρεξε μέσα στον αγωνιστικό χώρο και κάτι είπε στον διαιτητή, Ρέι Λιούις, ο οποίος διέκοψε αμέσως το παιχνίδι. Ο Λιούις έστειλε τους παίχτες στα αποδυτήρια και μας είπε να περιμένουμε ενημέρωση. Κανείς δεν είχε καταλάβει το μέγεθος της καταστροφής, ούτε καλά-καλά τι είχε συμβεί.

Έδωσα εντολή στους παίχτες μου να μείνουν στα αποδυτήρια και βγήκα στην φυσούνα. Εκεί υπήρχαν και μερικοί φίλαθλοι. Μου φώναξαν: «Κένι, Κένι, κόσμος πεθαίνει εκεί έξω». Τα νέα του τρόμου άρχισαν να γίνονται γνωστά. Αυτοί που βρίσκονταν στο τόπο της τραγωδίας άρχισαν να «απλώνουν» τα τραγικά νέα και στο υπόλοιπο γήπεδο. Όπως κάθε άνθρωπος, η πρώτη μου αντίδραση ήταν να ελέγξω αν τα μέλη της οικογένειας μου ήταν εντάξει. Έτρεξα στην Μαρίνα και την Κέλι, που βρίσκονταν στα επίσημα θεωρία. Ο γιος μου, Πολ, δεν ήταν μαζί τους. Όπως συνήθιζε, πήγαινε στο γήπεδο παρέα με τον γιο του Ρόι Έβανς, τον Στέφεν, και ακόμα ένα φίλο του, τον Αλαν Μπράουν. Πήγα εκεί έξω για να τον βρω. Σκεφτείτε την ανακούφιση μου να τον δω να διασχίζει το γήπεδο και να τρέχει προς το μέρος μου. Θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται στη «Leppings Lane end», αφού έπρεπε να την διασχίσει για να πάει στην κερκίδα που αντιστοιχούσε στο εισιτήριο του.

4

Αν δεν ερχόταν γρήγορα στο γήπεδο, θα μπορούσε να βρεθεί στον χώρο. Τον πήγα αμέσως στην Μαρίνα…Η αστυνομία ζήτησε από εμένα και τον Μπράιαν (προπονητή της Νότιγχαμ) να κάνουμε μια ανακοίνωση. Διασχίσαμε την κουζίνα του Χίλσμπορο, εκεί υπήρχε ένα ράδιο που μετέδιδε τα αποτελέσματα άλλων αγώνων. Ήταν πολύ περίεργο. Δεν είχαν καμία σημασία. Πήγαμε στην γωνία της «Leppings Lane end» και προσπαθήσαμε να στείλουμε ένα μήνυμα, το μικρόφωνο της αστυνομίας όμως δεν λειτουργούσε. Τότε, οι αστυνομικοί πρότειναν να πάμε στο δωμάτιο του DJ και να χρησιμοποιήσουμε την συσκευή ανακοινώσεων. Έτρεξα στο δωμάτιο, ο Μπράιαν όμως όχι. Επέστρεψε πίσω. Δεν έκανε ποτέ την ανακοίνωση. Μόνο εγώ. Γιατί δεν ήρθε να μιλήσει στους οπαδούς; Δεν ξέρω. Ήταν δική του απόφαση. Δεν νομίζω να τον είχα ξαναδεί εκείνη τη μέρα. Η Φόρεστ έφυγε πολύ γρήγορα από το γήπεδο. Είπα στους οπαδούς να παραμείνουν ψύχραιμοι. Τους είπα πως ο τρόπος που αντέδρασαν ήταν εξαιρετικός και η βοήθεια που έδιναν στα θύματα ήταν φανταστική. «Σας παρακαλώ, μείνετε ψύχραιμοι», συνέχιζα να λέω. Και πράγματι, οι περισσότεροι έμειναν ψύχραιμοι. Την ίδια ώρα που οι δικοί μας οπαδοί πέθαιναν, συνειδητοποίησα ότι οι οπαδοί της Φόρεστ συμπεριφέρονταν άψογα. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Μερικοί οπαδοί της Λίβερπουλ έτρεξαν προς την κερκίδα της Φόρεστ, κάποιοι εκ των οποίων με «άγριες» διαθέσεις. Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως οπαδοί της Φόρεστ πήγαν στην αντίπαλη εξέδρα για να δημιουργήσουν επεισόδια και οι δικοί μας έκαναν αντίποινα. Πολλοί σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα.

Όταν ο κόσμος κατάλαβε τι πραγματικά συνέβηκε, άλλαξε και η συμπεριφορά όσων έτρεχαν προς την εξέδρα της Φόρεστ για «εκδίκηση». Θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερα τα πράγματα εάν οι οπαδοί της Φόρεστ αντιδρούσαν. Η καταστροφή ήταν ήδη μεγάλη αλλά μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερη αν καταλάβαιναν ότι πήγαιναν προς το μέρος τους για να τους επιτεθούν. Προς τιμή τους, οι οπαδοί της Φόρεστ έδειξαν αυτοσυγκράτηση. Για τον τρόπο που αντέδρασαν τότε στο Χιλσμπρο, θα είναι για πάντα στην καρδιά μου. Πολύ σύντομα έγινε γνωστό το μέγεθος της τραγωδίας. Ο κόσμος έσπαζε της διαφημιστικές ταμπέλες για να τις χρησιμοποιήσει σαν φορεία και να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους και να τους μεταφέρουν στον αγωνιστικό χώρο. Οι αστυνομικοί και οι υπεύθυνοι ασφαλείας δεν μπορούσαν να κάνουν πολλά πράγματα. Ήταν στην λάθος μεριά του φράκτη. Ήταν απαίσιο να σκέφτεσαι για πόση ώρα επικρατούσε ο καταστροφικός πανικός. Ήταν απίστευτα καταθλιπτικό όταν συνειδητοποίησα πως κατά τη διάρκεια των έξι λεπτών που οι ποδοσφαιριστές έπαιζαν μπάλα, οι οπαδοί της Λίβερπουλ άρχισαν ήδη να πεθαίνουν. Η αρχή του κακού έγινε πολύ νωρίτερα από ότι κάποιοι νόμιζαν… Όταν τη Δευτέρα πήγαμε στο νοσοκομείο, ένας οπαδός είπε στον Big Al «Πότε θα επιστρέψεις στην αγωνιστική δράση;».

Ο Big Al είχε ξεκινήσει το παιχνίδι. Αυτό σήμαινε πως ο συγκεκριμένος οπαδός είτε έφτασε αργά στο γήπεδο ή ήταν ήδη στο επίκεντρο της καταστροφή πριν από την έναρξη του αγώνα. Αν ερχόταν αργά στο γήπεδο δεν θα βρισκόταν στις μπροστινές θέσεις, υποθέσαμε, άρα ήρθε από νωρίς. Βγήκαμε στο γήπεδο στις 14.55 και το παιχνίδι σταμάτησε στις 15.06 και δεν ήξερε πως ο Big Al αγωνιζόταν. Η καταστροφή άρχισε πριν τις 2.55.Το παιχνίδι αναβλήθηκε οριστικά στις 3.30… Την επόμενη μέρα κόσμος άρχισε να καταφθάνει στο Άνφιλντ. Ήθελαν απλά να απονείμουν φόρο τιμής και μερικά λουλούδια στην «Shankly Gates». Ο Πίτερ Ρόμπισον επικοινώνησε με τους υπευθύνους του σταδίου και τους ζήτησε να ανοίξουν τις πύλες. Ο Σύλλογος της Λίβερπουλ δεν ήθελε τους οπαδούς της να στέκονται έξω στους δρόμους. Περισσότεροι από τους συγγενείς ήθελαν να μιλήσουν για ποδόσφαιρο. Ήταν απίστευτο! Έλεγαν συνεχώς στους ποδοσφαιριστές: «Είσαστε τα ινδάλματα μας» Μια χήρα μου είπε: «Ο αγαπημένος του άντρα μου ήταν ο Στιβ Χαϊγουει», «Μισό λεπτό», της είπα και έτρεξα και φώναξα τον Στιβ. Ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της, ενώ βρήκε και το κουράγιο να κάνει χιούμορ. «Ο άντρας μου ήταν ένας σπαγκοραμμένος. Θα είναι χαρούμενος τώρα που θα σε παρακολουθεί από εκεί ψηλά χωρίς να πληρώνει» είπε στον Στιβ. Λίγο χιούμορ βοηθούσε και εμάς αλλά και τους ίδιους τους συγγενείς. Να μιλάμε για ποδόσφαιρο ήταν κάτι σαν ψυχοθεραπεία για αυτούς. Δίναμε δύναμη ο ένας στον άλλον…».

5

Γκλεν Φίλιπς: Ο γιατρός «ήρωας» του Χίλσμπορο

Ο Γκλεν Φίλιπς το 1989 στα 34 του χρόνια, ήταν ειδικευόμενος γιατρός και πολλά χρόνια μετά έσπασε τη σιωπή του περιγράφοντας τις εικόνες φρίκης που έβλεπε να διαδραματίζονται μπροστά του και έμελλαν να τον σημαδέψουν ανεξίτηλα για την υπόλοιπη ζωή του. Μιλώντας σε μία ιστοσελίδα οπαδών της Λίβερπουλ περιέγραψε καρέ – καρέ την τραγωδία.

«Με το που μπήκαμε στο γήπεδο, καταλάβαμε ότι το πλήθος ήταν ασυνήθιστα μεγάλο. Ο κόσμος ουσιαστικά μας μετακινούσε. Χωριστήκαμε από την παρέα μας, με εμένα και τον Ίαν να πηγαίνουμε μπροστά, στα σιδερένια κιγκλιδώματα που χώριζαν τις εξέδρες από το γήπεδο. Πήγαινα στην Kop από την ηλικία των 12 ετών σε πολύ μεγάλα παιχνίδια, σε ντέρμπι με τη Λιντς και τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, σε ευρωπαϊκά παιχνίδια. Συνηθίζαμε να πηγαίνουμε ακριβώς πίσω από την εστία και να απολαμβάνουμε την κίνηση του πλήθους, το κύμα που δημιουργούσε. Ήταν μέρος της διασκέδασης. Όμως η κατάσταση εκείνη την ημέρα ήταν διαφορετική. Έπρεπε να βγούμε λοιπόν από εκεί. Ήξερα ότι αυτό δεν ήταν καλό μέρος για να βρισκόμαστε και αποφασίσαμε να μετακινηθούμε πιο ψηλά στην εξέδρα. Ο κόσμος ήταν δύσκολο να παραμερίσει, οπότε πέσαμε στα γόνατα μας και περπατούσαμε γονατιστοί στηριζόμενοι στα χέρια μας» ανέφερε αρχικά.

«Δεν μπορούσες να κάνεις και πολλά επειδή ήμασταν στοιβαγμένοι. Φανταστείτε να έχεις κάποιος τους αγκώνες κολλημένους στα πλευρά του και τα χέρια του μπροστά από το στήθος. Ήταν αδύνατο να κουνήσεις τα χέρια σου λόγω του συνωστισμού. Ακόμα και έτσι, καθώς πλησίαζε η έναρξη του αγώνα, υποθέταμε ότι η πίεση θα χαλάρωνε και όλα θα πήγαιναν καλά.

Θυμάμαι ότι το ματς ξεκίνησε και ο Πίτερ Μπίρντσλι είχε σουτ στο δοκάρι αλλά δεν μπορούσες να δεις το παιχνίδι επειδή είχες επίγνωση ότι η κατάσταση ήταν επικίνδυνη. Αυτό που προσπαθούσες συνέχεια να κάνεις ήταν να διασφαλίζεις ότι το πόδι σου πατούσε σωστά στο έδαφος, γιατί διαφορετικά θα βρισκόσουν στον αέρα.

Τότε ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι άνθρωποι σκαρφάλωναν τα κάγκελα, προσπαθώντας να βγουν έξω, με την αστυνομία να βρίσκεται σε επιφυλακή. Στη δικιά μας πλευρά, που βρισκόταν δεξιά από την εστία, κατά μήκος του κιγκλιδώματος, ο κόσμος είχε αρχίσει να ανησυχεί. Εκεί είχε πολύ χώρο για να κινηθεί κάποιος σε αντίθεση με το σημείο που ήμασταν εμείς.

Και πιο ψηλά που πήγαμε είχε πολύ κόσμο με αποτέλεσμα να δυσκολευόμαστε να σταθούμε όρθιοι αλλά τελικά τα καταφέραμε, ενώ συναντηθήκαμε και με τους δύο φίλους μας. Την επόμενη κιόλας στιγμή κοίταξε ο ένας στα πρόσωπα των άλλων και αναρωτηθήκαμε. Τι συνέβαινε; Έχω βρεθεί στην Kop πολλές, πολλές φορές και σε τέτοιο πανδαιμόνιο δεν είχα βρεθεί ποτέ. Δεν είχε καμία σχέση με προηγούμενες εμπειρίες μου από το γήπεδο» συνέχισε.

«Παιδιά άρχισαν τότε να φωνάζουν: «Κάντε πίσω, κάντε πίσω. Υπάρχουν οπαδοί που έχουν συνθλιφτεί μπροστά», και ήταν πολύ τρομοκρατημένοι εξαιτίας του γεγονότος ότι ο κόσμος δεν είχε συνειδητοποιήσει τί επρόκειτο να συμβεί. Και έβλεπες όλο εκείνο τον κόσμο στα κάγκελα και σκεφτόσουν: «Γαμώτο, κάτι πραγματικά κακό συμβαίνει». Τότε κάποιος έτρεξε στον αγωνιστικό χώρο και φώναξε στον γκολκίπερ της Λίβερπουλ Μπρους Γκρόμπελααρ να σταματήσει το παιχνίδι. Μερικά λεπτά μετά, είχαμε σκαρφαλώσει στο κιγκλίδωμα στην διπλανή θύρα που ήταν σχετικά άδεια. Κοίταξα προς τον αγωνιστικό χώρο και βλέποντας την κατάσταση στην οποία ήταν μερικά άτομα, σκέφτηκα: «Θεέ μου, είναι νεκροί. Θα πρέπει να βρεθώ εκεί κάτω και να προσπαθήσω να βοηθήσω». Οπότε κατέβηκα τα σκαλιά και βρέθηκα πάνω σε έναν χαμηλό τοίχο. Τότε φώναξα σε έναν αστυνομικό: «Είμαι γιατρός. Αφήστε με να μπω στο γήπεδο»» πρόσθεσε ακόμη. Στη συνέχεια περιέγραψε τις στιγμές που ακολούθησαν και πως ενώ ήταν τραυματισμένος προσπάθησε να βοηθήσει έναν νεαρό που δεν είχε σφυγμό.

«Του προέταξα το χέρι και με τράβηξε από τον τοίχο όμως δεν είχαμε αντιληφθεί ότι υπήρχε μία οριζόντια μπάρα στην πόρτα εξόδου. Καθώς έπεφτα, χτύπησα το κεφάλι μου στη μπάρα. Παραλίγο να πέσω αναίσθητος, έβλεπα αστεράκια. Ήταν τρομερό χτύπημα, ένιωθα ότι θα μου φύγει το κεφάλι. Το αίμα έτρεχε στο πρόσωπό μου. Έσφιξα τα δόντια μου και περπάτησα στο χορτάρι το οποίο ήταν γεμάτο από ανθρώπους ξαπλωμένους. Χάος, χάος. Σκεφτόμουν τι να κάνω και κυριολεκτικά το πρώτο σώμα που βρέθηκε μπροστά μου ήταν ενός νεαρού παιδιού, ενός εφήβου. Δεν ανέπνεε, δεν είχε σφυγμό, είχε γίνει γκρι, φαινόταν σαν να είχε υποστεί καρδιακή προσβολή. Γονάτισα δίπλα του και άρχισα να του κάνω καρδιοαναπνευστικές μαλάξεις. Ήταν ένας τύπος δίπλα μου -είπε ότι ήταν νοσοκόμος-, ο οποίος την ώρα που του έβαζα οξυγόνο στο στόμα, εκείνος έκανε μαλάξεις στο στήθος του».

«Την ίδια ώρα με εκείνο το παιδί, υπήρχαν πάρα πολλά άτομα πεσμένα στο χορτάρι που παρουσίαζαν τα ίδια συμπτώματα. Σκέφτηκα ότι αν και οι υπόλοιποι ήταν στην ίδια μοίρα δεν είχαν καμία ελπίδα να ζήσουν. Έμεινα δίπλα του θέλοντας να εξαντλήσω όλα τα περιθώρια που είχα για να τον κρατήσω στη ζωή. Ζήτησα από μερικούς αστυνομικούς οξυγόνο και ήρθε μία φιάλη οξυγόνου.

Η φιάλη οξυγόνου όμως που μου δόθηκε ήταν άδεια, και ο μετρητής έδειχνε ότι ήταν όντως στο μηδέν το οξυγόνο. Μάλιστα πάνω σε δήλωση-καταγγελία που έκανα για αυτό το θέμα έγινε ολόκληρη έρευνα, με μερικούς να προσπαθούν να ακυρώσουν τη μαρτυρία μου» έλεγε ακόμη συνεχίζοντας την συγκλονιστική αφήγησή του».

Το τελικό πόρισμα που βγήκε αργότερα ήταν ότι βάσει της λογικής, είχα κάνει λάθος επειδή ήμουν οργισμένος και επειδή είχα ένα σοβαρό τραύμα στο κεφάλι. Τέλος πάντων, εμείς εκείνη τη στιγμή συνεχίσαμε να παλεύουμε για να επαναφέρουμε στη ζωή του παιδί που δεν είχε σφυγμό. Ήμασταν εκεί για πέντε, δέκα λεπτά και ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω όταν αισθάνθηκα έναν ελαφρύ σφιγμό. Κόντρα στα προγνωστικά, η καρδιά του είχε αρχίσει να χτυπάει και πάλι. Ήταν εντελώς αναίσθητος αλλά έκανε προσπάθειες να αναπνεύσει. Οπότε, πήραμε ένα φορείο και τον πήγαμε σε ένα ασθενοφόρο που ήταν πίσω από την εστία. Στο έδαφος ήταν άλλοι δύο ξαπλωμένοι, ήταν όμως νεκροί. Βάλαμε το παιδί στο φορείο και αποφασίσαμε ότι δεν μπορούσαμε να κάνουμε για εκείνον περισσότερα πράγματα» είπε.

Όπως τόνισε «δεν ξέρω αν πήραμε τη σωστή απόφαση, εάν έπρεπε να μείνω μαζί του, αλλά η καρδιά του χτυπούσε, ανέπνεε. Θυμάμαι ότι είπα στον οδηγό του ασθενοφόρου: «Να τον προσέχεις. Εάν υπάρχουν προβλήματα, ρίξε μου μία φωνή». Το πιο παλαβό πράγμα που θα μπορούσα να πω με όλο εκείνο το χάος γύρω μου, όμως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε χρόνος για σκέψη. Την ώρα που μεταφέραμε το παιδί στο ασθενοφόρο, πρόσεξα ότι μέσα στο τέρμα υπήρχαν περίπου 8 με 10 άψυχα σώματα. Μέσα σου έχεις την επιθυμία να φερθείς απόλυτα επαγγελματικά και να κάνεις ό,τι μπορείς αλλά ταυτόχρονα συνέβαιναν απίστευτα πράγματα μέσα σε μισή ώρα, σε έναν ημιτελικό, σε μία ηλιόλουστη ημέρα. Όλοι οι νεκροί ήταν νεαρά παιδιά. Γύρισα πίσω προσπαθώντας να βοηθήσω και άλλους. Δοκίμασα να κάνω μαλάξεις σε μερικά ακόμα άτομα αλλά είχαν ήδη φύγει. Είναι απαίσιο να προσπαθείς να κάνεις μαλάξεις σε ανθρώπους που είναι ουσιαστικά νεκροί, όπως επίσης μυρωδιά του εμετού και όλα αυτά τα πράγματα, όμως θα πρέπει να πω ότι σε όσους πήγα να κάνω μαλάξεις δεν υπήρχε ίχνος αλκοόλ μέσα τους».

«Και μπαίνοντας στο γήπεδο, δεν παρατήρησα κάποια βίαιη συμπεριφορά. Ουδείς είχε ξεφύγει από τον έλεγχο, παρά τα διάφορα που γράφτηκαν τις επόμενες ημέρες σε μερικές εφημερίδες. Ήταν περασμένες 3.30 μετά το μεσημέρι και εκείνη την ώρα στο γήπεδο ήταν άνθρωποι που περπατούσαν και μιλούσαν ή που κάθονταν και μιλούσαν ή που ήταν νεκροί. Δεν υπήρχε ενδιάμεση κατάσταση.

Το τελευταίο άτομο που προσπάθησα να βοηθήσω ήταν γύρω στα 20. Νομίζω ότι ο αδερφός του επιχειρούσε να τον επαναφέρει και θυμάμαι ένα κορίτσι που φορούσε ένα κασκόλ της Σέλτικ να μου λέει: «Άφησέ τον, χάθηκε, χάθηκε». Έκανα μία προσπάθεια αλλά ήταν ήδη νεκρός. Λίγο μετά βρέθηκα στην άλλη πλευρά του γηπέδου, όπου κάθονταν οι οπαδοί της Νότιγχαμ Φόρεστ και παρακολουθουσαν έχοντας χάσει τη μιλιά τους.

Είδα δύο φωτογράφους εκεί και αυτό που σκέφτηκα, εν μέσω της τρέλας που επικρατούσε, ήταν τί έκαναν τα μίντια στη Λίβερπουλ μετά το Χέιζελ, όπου η πλειονότητα των 10.000 οπαδών δεν έκαναν κάτι κακό και ως αποτέλεσμα της ανεπάρκειας των αξιωματούχων του γηπέδου, της UEFA και της βελγικής αστυνομίας, 26 τρελοί κατάφεραν να προκαλέσουν μακελειό.

Η Γιουβέντους είχε και εκείνη τους δικούς της ανεγκέφαλους, αλλά αυτό ξεχάστηκε τεχνηέντως. Σκέφτηκα ότι θα προσπαθούσαν να το φορτώσουν και αυτό στους οπαδούς» συμπλήρωσε.

Τα όσα είχε πει στη συνέχεια ήταν εξίσου συγκλονιστικά.

«Δεν μπορούσα να το αφήσω να συμβεί. Οπότε πήγα στους φωτογράφους και έκανα μερικά σχόλια για τις ανεπαρκείς εγκαταστάσεις. Τους είπα ότι ήμουν εκπαιδευόμενος γιατρός και ότι προσπαθούσα να επαναφέρω στη ζωή πεθαμένα παιδιά. Μόλις άκουσαν ότι ήμουν γιατρός και όχι ένας απλός τρελαμένος οπαδός, έκριναν ότι έπρεπε να καταγράψουν τα λόγια μου. Οπότε έβγαλαν τα σημειωματάρια από τις τσέπες τους και άρχισαν να με βγάζουν ταυτόχρονα φωτογραφίες. Αμέσως σκέφτηκα ότι έπρεπε να μιλήσω σε κάποιον από τη Λίβερπουλ, για να βεβαιωθώ ότι δεν θα ρίξουν την ευθύνη στους οπαδούς. Πήγα προς τη φυσούνα όπου βρίσκονταν αστυνομικοί και τους είπα ότι ήμουν εκπαιδευόμενος γιατρός και έπρεπε να μιλήσω σε κάποιον από τον σύλλογο. Δεν έκαναν καν προσπάθεια να με σταματήσουν, νομίζω ότι ήταν όλοι σοκαρισμένοι. Πέρασα μέσα και έπεσα πάνω στον Κένι Νταλγκλίς ο οποίος φαινόταν χλωμός. Όπως έμαθα αργότερα, ο γιος του ήταν μέσα στο πλήθος».

Για τον Φίλιπς η ευθύνη βάραινε την αστυνομία

«Την ίδια ώρα οι διπλανές θύρες είχαν αρκετό χώρο, με την αστυνομία να έχει ευθύνη που επέτρεψε να γίνει κάτι τέτοιο. Έχασαν εντελώς τον έλεγχο. Τα παιδιά είχαν στοιβαχτεί μπροστά στο κάγκελο και είχε τόσο πολύ κόσμο εκεί που κανείς δεν μπορούσε να φύγει. Σκαρφάλωσα προς τα πλάγια σε μία θύρα με λιγότερο κόσμο και μπήκα στο γήπεδο για να βοηθήσω. Τώρα δυστυχώς υπάρχουν παιδιά που έχουν αφήσει την τελευταία τους πνοή στο γήπεδο. Είδα περίπου 8 με 10, δεν ξέρω πόσοι ακριβώς είναι. Έδωσα αγώνα για περίπου 10 λεπτά για να επαναφέρω ένα παιδί στη ζωή και τελικά μας έδωσαν μία μπουκάλα οξυγόνου που ήταν άδεια. Αυτή είναι η απόλυτη κατάντια» είχε τονίσει.

«Έκανα ότι ήταν δυνατό για να σώσω ζωές»

«Μετά τις δηλώσεις πήγα στην εξέδρα όπου με περίμεναν ο αδερφός μου και οι δύο φίλοι μου. Κανείς τους δεν μπορούσε να πιστέψει τί είχε συμβεί. Έκανα ό,τι μπορούσα. Είχα προσπαθήσει να επαναφέρω στη ζωή ανθρώπους ενώ φρόντισα ώστε άνθρωποι που ήθελαν να μάθουν την αλήθεια να την ακούσουν από κάποιον που διέθετε αξιοπιστία. Παραδόξως είχα την ευκαιρία να μιλήσω στο ραδιόφωνο, γεγονός που μου έδωσε ένα πλεονέκτημα. Η γυναίκα μου ήταν στο σπίτι μας στη Γλασκώβη, πολύ ανήσυχη, γνωρίζοντας ότι ήμασταν στο γήπεδο. Ευτυχώς ένας-δύο φίλοι με είχαν ακούσει στο ράδιο και της τηλεφώνησαν μέσα σε λίγα λεπτά για να της πουν ότι ήμουν εντάξει. Στην επιστροφή μας στο Μέρσισαϊντ, καθόμουν πίσω στο αμάξι, φέρνοντας στο μυαλό μου τα γεγονότα και ακούγοντας ράδιο. Έπαιξαν το μικρό ξέσπασμά μου 2-3 φορές, όμως αυτό που θυμάμαι περισσότερο ήταν ότι είχαμε τρομοκρατηθεί ακούγοντας τον αριθμό των θυμάτων να αυξάνεται συνεχώς» τόνισε ακόμη.

Όταν γύρισα στη δουλειά το πρωί της Δευτέρας, ήξερα ότι δεν μπορούσα να δουλέψω. Ένιωθα ότι δεν έπρεπε να ήμουν εκεί. Έπρεπε να ήμουν στο Λίβερπουλ. Οπότε είπα στους συναδέλφους στο χειρουργείο: «Θα πρέπει να σταματήσω τη δουλειά για όλη αυτή την εβδομάδα».

Το ίδιο βράδυ επέστρεψα στο Λίβερπουλ και πήγαμε στο Άνφιλντ όπου αφήσαμε μερικά λουλούδια μαζί με τα κασκόλ μας σε ένα κάγκελο. Τα συναισθήματά μου εκείνη τη στιγμή ήταν ανάμεικτα.

Από τη μία πλευρά υπήρχε θλίψη για όλες τις ψυχές που είχαν χαθεί και την ίδια ώρα οργή για τα μίντια που επιτίθονταν σε ευάλωτους ανθρώπους, πονεμένους γονείς, σε αδέρφια που ήταν υποχρεωμένα να ακούν και να διαβάζουν αηδίες για τα αγαπημένα τους πρόσωπα που είχαν χαθεί.

Ήμουν εξαιρετικά θυμωμένος με τη στάση του Τύπου και η πιο σωστή παρατήρηση όλη εκείνη την εβδομάδα ήρθε όταν ο Νιλ Κίνοκ, πρόεδρος των Εργατικών, έδωσε συνέντευξη στο χορτάρι του Άνφιλντ. «Οι αστυνομικοί τα έκαναν μούσκεμα», τόνισε. Νομίζω ότι αυτό που είπε τα περικλείει όλα. Οι άνθρωποι του γηπέδου και οι αστυνομικοί δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους.

Ψάχνοντας να βρει το αγόρι που βοήθησε

Καθώς ήμουν στο Μέρσισαϊντ με την οικογένειά μου, έδωσα συνεντεύξεις σε πολλούς τηλεοπτικούς σταθμούς, όμως εκείνο που σκεφτόμουν ήταν ότι έπρεπε να πάω στο Σέφιλντ για να βρω εκείνο το αγόρι που βοήθησα στο γήπεδο, να μάθω αν τελικά έζησε. Αφού πρώτα επισκέφτηκα το Χίλσμπορο, στη συνέχεια πήγα στα δύο μεγαλύτερα νοσοκομεία του Σέφιλντ για να βρω εκείνο το αγόρι. Σκέφτηκα ότι αν είχε επιζήσει θα βρισκόταν σε κάποια μονάδα εντατικής θεραπείας.

Με άφησαν διακριτικά να ψάξω στα δωμάτια μερικών ανθρώπων που ήταν υπό εντατική παρακολούθηση και δεν τον αναγνώρισα. Τώρα ξέρω γιατί, επειδή ήταν εντελώς πρησμένος. Ήταν πράγματι εκεί, σε δωμάτιο εντατικής. Τότε, πίστεψα ότι είχε πεθάνει και αισθάνθηκα πολύ άσχημα. Τα έβαλα με τον εαυτό μου, καθώς σκεφτόμουν ότι δεν έπρεπε να τον αφήσω.

Μετά την τραγωδία, η τοπική αστυνομία ξεκίνησε την μεγαλύτερη νομική έρευνα στην ιστορία της Βρετανίας για να διαπιστώσει τί είχε συμβεί στο Χίλσμπορο και το Μάρτιο του 1990 μου ζητήθηκε να παρακολουθήσω βίντεο από την κάλυψη του αγώνα εκείνη την τραγική ημέρα. Όταν αναγνώρισα τον εαυτό μου και έδειξα το παιδί που πήγα να βοηθησω, ένας αστυνομικός μου είπε: «Έχουμε το όνομά του και δεν νομίζω ότι πέθανε. Θα κοιτάξω στα αρχεία μας και θα έρθω σε επικοινωνία μαζί σας».

Την ερχόμενη εβδομάδα μου τηλεφώνησε ο αστυνομικός: «Ξέρουμε ποιος είναι, είναι ένας 18χρονος, ονόματι Γκάρι Κούρι. Επιβίωσε και η οικογένειά του ενδιαφέρεται πολύ να σε γνωρίσει». Οπότε κανονίσαμε να δούμε τον Γκάρι. Συμπτωματικά, ζούσε περίπου μισό μίλι μακριά από το δημοτικό σχολείο που πήγαινα.

Η συνάντησή μας ήταν μία συγκινητική εμπειρία για μένα. Το άσχημο ήταν πως είχε επιζήσει αλλά με κάποια «σημάδια» από εκείνη την ημέρα πάνω του. Η καρδιά του είχε σταματήσει με αποτέλεσμα να υποστεί κάποια εγκεφαλική ζημιά, οπότε δεν είναι όπως πριν. Είναι άτομο με ειδικές ανάγκες, ο οποίος είναι υπό συνεχή φαρμακευτική θεραπεία, και δεν μπορεί να εργαστεί. Μπορεί όμως να περπατήσει και να μιλήσει, ενώ διατηρεί το χιούμορ του. Και εξακολουθεί να είναι φανατικός φίλος της Λίβερπουλ.

Η οικογένειά του ήταν χαρούμενη απλά και μόνο που έζησε. Δύο χρόνια μετά το δυστύχημα μας προσκάλεσαν στα 21α του γενέθλια και διατηρούμε επαφή από τότε, έστω και περιστασιακά. Για την ακρίβεια, κάθε Χριστούγεννα αυτός και η μητέρα του, Άλις, μου στέλνουν ένα ημερολόγιο της Λίβερπουλ και ένα μικρό δώρο για το γιο μου.

6

Για δεκαετίες, οι οπαδοί αντιμετωπίζονται με πολύ άσχημο τρόπο από τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους, οι οποίοι πολλές φορές περιφρονούν τον κόσμο τους. Στα εκτός έδρας ματς η κατάσταση γίνεται ακόμα χειρότερη, καθώς πέρα από την περιφρόνηση των ομάδων έρχεται και η περιφρόνηση από την τοπική αστυνομία. Εάν πηγαίνεις στο γήπεδο, θεωρείσαι ότι δεν έχεις αξία. Τα ανεχόμαστε όλα αυτά επειδή αγαπήσαμε το άθλημα. Δεν συνειδητοποιήσαμε τον κίνδυνο μέσα στον οποίο ζούσαμε.

Όταν ήσουν σε γήπεδο στοιβαγμένος είχες πάντα στο βάθος του μυαλού σου την υπόθεση ότι αυτή η πίεση θα χαλάρωνε σταδιακά. Η διαφορά στο Χίλσμπορο ήταν ότι αυτό το πράγμα χειροτέρευε. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και στο παρελθόν στο ίδιο γήπεδο, με την Τότεναμ. Ο κόσμος τότε είχε αναγκαστεί να μπει στο γήπεδο για να μην συμβεί το μοιραίο στις εξέδρες. Στο Χίλσμπορο χάθηκαν τόσες ζωές επειδή η αστυνομία και οι ταξιθέτες δεν μοίρασαν σωστά τον κόσμο έχοντας την παράλογη πεποίθηση ότι θα καταλάβαιναν από μόνοι τους που έπρεπε να καθίσουν.

Από τύχη δεν υπήρξαν άλλα θύματα

Έχω ακόμα αυτό το βάρος πάνω μου. Αυτές οι νέες ζωές χάθηκαν τόσο άδοξα και μάταια πηγαίνοντας να παρακολουθήσουν έναν ποδοσφαιρικό αγώνα και οι οικογένειές τους αισθάνονται ότι δεν απονεμήθηκε δικαιοσύνη μέσα από την έρευνα που έγινε για τα αίτια της τραγωδίας. Ο αδερφός μου και εγώ ήμασταν στο πέταλο όπου κατέρρευσε το σιδερένιο κιγκλίδωμα. Η ενστικτώδης απόφασή μας να ανέβουμε λίγο ψηλότερα ίσως μας έσωσε  τη ζωή αφού ξεφύγαμε από το σημείο όπου μισή ώρα αργότερα σκοτώθηκαν σχεδόν 100 άνθρωποι. Ο Ίαν είναι 13 χρόνια μικρότερός μου και εγώ ήμουν εκείνος που τον πήγα στην Kop από νεαρή ηλικία. Είχα για μήνες εφιάλτες, με την σκέψη του τί θα μπορούσε να του είχε συμβεί. Εμείς ήμασταν οι τυχεροί πάντως».

7

Την επόμενη της τραγωδίας η Μάργκαρετ Θάτσερ βρέθηκε στον τόπο του μαρτυρίου των 94 θυμάτων και αφού φωτογραφήθηκε μπροστά από τις κερκίδες μίλησε στους δημοσιογράφους ακολουθώντας τα όσα είχαν πει οι αστυνομικοί. «Μεθυσμένοι χούλιγκαν της Λίβερπουλ προξένησαν την τραγωδία» είχε αναφέρει τότε. Μάλιστα λίγο μετά ο υπουργός Εσωτερικών Χαρντ είχε ζητήσει από τη «Σιδηρά Κυρία» την παραίτηση του αρχηγού της αστυνομίας που ήταν υπεύθυνος για την αγώνα. Ωστόσο το αίτημά του έπεσε στο κενό.

«Το μέγεθος της καταστροφής και το ποσοστό ευθύνης που επιρρίπτει η αναφορά στην αστυνομία, απαιτεί αυτήν την παραίτηση. Αν το περιεχόμενο της αναφοράς βγει προς τα έξω, θα ενθαρρύνει βίαιη συμπεριφορά των οπαδών προς τους αστυνομικούς και οι οπαδοί της Λίβερπουλ θα αισθανθούν δικαιωμένοι» έλεγε ο Χαρντ.

Στη συνέχεια η «Μάγκι» διέταξε έρευνα, την οποία ανέλαβε ο αρχιδικαστής Πίτερ Τέιλορ. Ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε το πόρισμά του, το οποίο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η ευθύνη βάρυνε την τοπική αστυνομία του νότιου Γιορκσάιρ. Δύο ανώτατοι αξιωματικοί αποτάχθηκαν από το σώμα και οδηγήθηκαν σε δίκη το 2002, αλλά αθωώθηκαν. Ο «θατσερισμός» επιβλήθηκε και ένα από τα πρώτα μέτρα που πάρθηκαν ήταν η κατάργηση των εξεδρών για όρθiους και η τοποθέτηση καθισμάτων. Παράλληλα καθιερώθηκαν τα κλειστά συστήματα τηλεόρασης και επιβλήθηκαν πιο αυστηροί έλεγχοι.

8

Η αστυνομία έδειξε ως υπαίτιους της τραγωδίας τους οπαδούς

Πολλές φορές λένε ότι η απόδοση των ευθυνών είναι το δυσκολότερο πράγμα. Στην περίπτωση όμως του Χίλσμπορο συνέβη το εντελώς αντίθετο. Η αστυνομία έχοντας έρθει σε συνεννόηση με την κυβέρνηση Θάτσερ και την Αγγλική Ομοσπονδία ρίχνει το φταίξιμο στους… μεθυσμένους χούλιγκανς. Για όλα έφταιγαν οι μεθυσμένοι και χωρίς εισιτήριο οπαδοί οι οποίοι κατέστρεψαν την «Gate C» προσπαθώντας να μπουν μέσα στο γήπεδο. Στο ίδιο μήκος κύματος και οι δηλώσεις του προέδρου της UEFA Ζακ Ζορζ ο οποίος χαρακτήρισε «άγρια θηρία» τους Liverpoolians. O ιατροδικαστής που ανέλαβε το δύσκολο έργο της νεκροψίας – νεκροτομής των θυμάτων είπε ότι δεν σκοπεύει να δεχτεί στοιχεία για θανάτους μετά από τις 15:15 το μεσημέρι της 15ης Απριλίου. Όπερ και εγένετο. Ωστόσο οι συγγενείς των θυμάτων όχι μόνο αντέδρασαν αλλά υποστήριξαν ότι υπήρχαν ζωντανοί άνθρωποι μέχρι τις 16:00 το μεσημέρι. Λίγους μήνες μετά έρχεται το περιβόητο «Τaylor Report» το οποίο έμελλε να ρίξει πραγματικό φως στα αίτια της τραγωδίας. Σύμφωνα λοιπόν με το report αυτοί που έφταιγαν ήταν η αστυνομία, η Σέφιλντ και ο δήμος της περιοχής. Ακόμη από το report απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σε μεθυσμένους οπαδούς.

Το fake ρεπορτάζ της «Sun» και η συγγνώμη 23 χρόνια μετά

Πέντε μέρες μετά την πολύνεκρη τραγωδία η σκανδαλοθηρική Sun κυκλοφορεί με πρωτοσέλιδο τίτλο «Η αλήθεια».

«Ορισμένοι οπαδοί έκλεψαν τους νεκρούς Ορισμένοι οπαδοί ουρούσαν τους γενναίους αστυνομικούς. Ορισμένοι οπαδοί κλωτσούσαν τους διασώστες ενώ έδιναν το φιλί της ζωής», έγραφε τότε. Οι συγγενείς των θυμάτων έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για να απορρίψουν όσα ανέφερε το ρεπορτάζ. Εν τέλει μετά από χρόνια έγινε γνωστό ότι ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας, Κέλβιν Μακένζι, είχε σκεφτεί να βάλει τίτλο στο πρωτοσέλιδο «Καθάρματα!».

«Πριν από 23 χρόνια, η εφημερίδα SUN έκανε ένα τεράστιο λάθος. Δημοσιεύσαμε ένα αναληθές και προσβλητικό άρθρο σχετικά με τα γεγονότα στο Χίλσμπορο. Ισχυριστήκαμε πως είπαμε την αλήθεια ενώ δεν ήταν. Η ανεξάρτητη επιτροπή για το Χίλσμπορο εξακρίβωσε πλέον πραγματικά τι έγινε εκείνη την ημέρα. Είναι μια φρικτή ιστορία στο κέντρο της οποίας βρίσκονται οι προσπάθειες της αστυνομίας να συκοφαντήσει τους οπαδούς της Λίβερπουλ. Είναι μια εκδοχή των γεγονότων που πριν από 23 χρόνια η Sun ακολούθησε, κάτι που μας κάνει να ντρεπόμαστε βαθύτατα και να ζητάμε ταπεινά συγγνώμη». Αυτή ήταν η…παραδοχή της Sun.

9

Η «απολογία» του Ντέιβιντ Κάμερον

Τον Σεπτέμβριο του 2012 μία ανεξάρτητη επιτροπή που διερευνούσε τα αίτιας της τραγωδίας δημοσιοποίησε ένα πόρισμα το οποίο ταρακούνησε τη Γηραιά Αλβιόνα. Η επιτροπή για μία διετία εξέτασε περίπου 400.000 έγγραφα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ευθύνη της τραγωδίας βάραινε αποκλειστικά και μόνο την αστυνομία. Και αυτό γιατί δεν υπήρχε αστυνομικός έλεγχος. Μάλιστα λέγεται ότι τουλάχιστον τα μισά θύματα δεν θα είχαν οδηγηθεί στον θάνατο εάν υπήρχε επαρκής έλεγχος. Την ίδια μέρα ο τότε πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον από τη Βουλή των Κοινοτήτων ζήτησε συγγνώμη από τις οικογένειες επειδή το κράτος δεν είχε καταφέρει να τους προστατέψει.

10

Η δικαίωση των θυμάτων 27 χρόνια μετά – Justice For The 96

Σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου, οι εγκληματικές ενέργειες της αστυνομίας που επέτρεψαν την αθρόα είσοδο των οπαδών της Λίβερπουλ στην κερκίδα «Λέπινγκς Λέιν» του Χίλσμπορο ήταν αυτές που αποτέλεσαν την αιτία της τραγωδίας.

«Ανθρωποκτονία εξ αμελείας». Αυτή ήταν η απόφαση του δικαστηρίου, δικαιώνοντας έτσι με αυτό τον τρόπο τα 96 θύματα και τις οικογένειές τους.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της δίκης ακούστηκε ότι η συμπεριφορά των φιλάθλων δεν στάθηκε ικανή για να προκαλέσει την τραγωδία. Την ίδια ώρα οι ευθύνες βάρυναν και την ασφάλεια της Σέφιλντ Γουένσντεϊ σχετικά με τα μέτρα που θα έπρεπε να είχαν ληφθεί. Όπως ειπώθηκε, η Σέφιλντ Γουένσντεϊ θα έπρεπε να είχε μεριμνήσει για την καθυστέρηση της έναρξης της αναμέτρησης.

Τριάντα χρόνια μετά κανένας δεν ξεχνάει την τραγωδία του Χίλσμπορο. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα το ρολόι σταματάει στις 15:06 για να θυμίζει ότι 94 φίλαθλοι πέθαναν για την ομάδα που αγάπησαν όσο τίποτε άλλο στη ζωή τους. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι Liverpoolians ποτέ δεν τους ξεχνούν και θα τραγουδούν το «We will never walk alone». Και ποιος ξέρεις ίσως τη φετινή χρονιά εάν η Λίβερπουλ καταφέρει να σηκώσει το πολυπόθητο τρόπαιο του πρωταθλητή, τότε θα δακρύσει ο ουρανός…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s